ευλογητάριο

το (Μ εὐλογητάριον)
(κυρίως στον πληθ.) τα ευλογητάρια
τα τροπάρια που ψάλλονται στον όρθρο και που αρχίζουν με τις λέξεις «εὐλογητός εἶ, Κύριε,...» (α. «ευλογητάρια αναστάσιμα» — αυτά που ψάλλονται κατά τον όρθρο τής Κυριακής
β. «ευλογητάρια νεκρώσιμα» — αυτά που ψάλλονται κατά τον όρθρο τού Σαββάτου, στις κηδείες, στα μνημόσυνα κ.λπ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ-λογη-τός, ρηματ. επίθ. τού ευ-λογώ, + κατάλ. -άριον* (< λατ. -arium), πρβλ. προσκυνητάρι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευλογητάριο — το тропарь, начинающийя со слов «Ευλογητός ει, Κύριε…» «Благословен еси, Господи…». Он бывает двух видов: 1) воскресный, 2) заупокойный. Воскресный поется в последовании утрени после кафизм псалтиря. Заупокойный поется на погребениях …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ευλογητάριο — το εκκλησιαστικό τροπάριο που αρχίζει με τη φράση «ευλογητός ει Κύριε...» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ύμνος — Ποιητικομουσική σύνθεση, της οποίας κεντρικό στοιχείο είναι –από αρχαιοτάτων χρόνων– η εξύμνηση, ακόμα και τελετουργική, των θεοτήτων, των ηρώων, των δυνάμεων της φύσης. Στην έννοια αυτή περιλαβαίνονται οι μαγικοί ύ. των πρωτόγονων λαών, οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.